Στο τρεμάμενο ικρίωμα, την ευθεία
γραμμή, μια κόψη∙ τα όρη, όταν έσκυψα να φιλήσω τη γη, τα άλματα, το πιωμένο
μου κύτταρο και το στίγμα στο μάτι, η φλόγα∙ σε όλη τη διαδρομή
Αν καμιά φορά ξεχνάω ποια είμαι,
μου το θυμίζει η μουσική
Μαρ. Μαρκοπούλου
Στο τρεμάμενο ικρίωμα, την ευθεία
γραμμή, μια κόψη∙ τα όρη, όταν έσκυψα να φιλήσω τη γη, τα άλματα, το πιωμένο
μου κύτταρο και το στίγμα στο μάτι, η φλόγα∙ σε όλη τη διαδρομή
Αν καμιά φορά ξεχνάω ποια είμαι,
μου το θυμίζει η μουσική
Μαρ. Μαρκοπούλου
Ανάγλυφο. Αυτό ήταν να γίνει από την αρχή. Κάτω από τις στιβάδες να ελευθερωθεί ο μικρός ιππέας, το ελάφι, η αυλητρίδα και το πέπλο της. Σπας τη πέτρα. Γι' αυτό οι αυλακιές, γι' αυτό τα θρύψαλα. Δεν είναι χτίσιμο ο εαυτός. Γκρέμισμα είναι.
Μαρ. Μαρ.
Αν έπεφτα πάνω σε τοίχο με τόση φόρα που είχα πάρει, το
σίγουρο είναι ότι θα γκρεμιζόταν ο τοίχος και θα περνούσα από μέσα
του, αλλά εδώ ήταν τσιμεντόδρομος που μόνο ανεβαίνει, και το γκάζι μούγκριζε
και σάλευε μισό βήμα το δευτερόλεπτο ο τροχός∙ πριν προλάβει να φέρει τη στροφή
έχει φύγει το γαρμπίλι, έχουν κατρακυλήσει στ’ αυλάκι πέτρες και γκωνάρια,
σπάνε τα ρείθρα, φεύγει ο δρόμος, πίσω δεν έχει να γυρίσεις. Πάνω
εκεί ήμουν κρεμασμένη, στο έλεος των μονοδρόμων, να σπιρουνίζω στα πλευρά
τριάντα τρείς τετράδες άλογα κι όλα τους να αρνούνται∙ μια παρακάλι - μια
διαταγή, μια τρυφεράδα - μια απειλή, ένα εκατοστό πιο πάνω, ένα βήμα παραπέρα,
μόνο να πατήσει κάπου η ρόδα∙ σε τέτοια κλίση μόνο εν κινήσει
στέκεσαι. Και πάνω εκεί, στη μεγάλη ανηφόρα, όπως στα μύρια του κακού, σε
μια ακατάπαυστη βροχή, στη πιο βροντώδη κατολίσθηση, σε
εγκαταλείπει τ’ αμάξι, σβήνουν όλες στο κινητό οι επαφές, και το
δεξί σου μάτι το αετήσιο, σα να μην βλέπει καλά∙ ούτε η ιστορία στέκει, ούτε η
πλοκή.
Στο τέλος καταλήγεις να ανεβαίνεις μαρμάρινα σκαλιά στο
μισοσκόταδο. Με τα γόνατα. Σώμα βαρύ να σέρνεις πάνω στη σκληράδα τους, το
στήθος να ισιώνει στις γωνίες. Ώσπου να φανεί τι αχνοφέγγει στο
πλατύσκαλο, έχει λιώσει όλο το μέταλλο, κλειδιά και κέρματα στο ρήγμα, όλα στραβά κι όλα αιχμηρά∙ για μια στιγμή στη κόψη μπαλαντζάρω: ή να φτάσω δρασκελιές ως
το μεδούλι ή μη μου έρθει και ανακατευτώ ξανά με τους ανθρώπους.
Και ράγισε τότε μέσα μου βαρύ πελοποννήσιο μοιρολόι∙ θα άνοιγα μια φλέβα
αν έφτανε για να τα σβήσουμε όλα, θα έκοβα διπλό γαζί στο δέρμα να το
ξαναπάρουμε από την αρχή. Ήρθα εδώ, το μάγουλο στο μάρμαρο, σα χρησμός
σκίζει τον δείκτη μια χορδή∙ χορδή από τόξο ή από βιολί δεν μαρτυρά.
Και ευθύς ανοίχτηκε, καβάλησα κορφή, κάπνιζε ξέπνοο και
στραπατσαρισμένο το όχημα, μα πήγαινε∙ ένα εκατοστό πιο εκεί, ένα βήμα
παραπέρα∙ φανήκαν από τους καθρέφτες φευγαλέα χίλια φωτάκια να μακραίνουν
μες στη νύχτα. Αυτός ήταν ο δρόμος για να περάσουμε, μια τρίχα χρόνου που
κόπηκε στη μέση και στη μέση ξανά, κι από τις άκρες σ’ άλλες άκρες να
μοιράζεται, σαν ομοβροντία κεραυνών σε νύχτα θεοσκότεινη, σαν δέντρο φυλλοβόλο
Νοέμβρη μήνα, ή τις αρτηρίες μου γυμνές σε μάθημα ανατομίας. Κι όπως αφήνεις
πίσω σου τους μιλιοδείκτες ούτε αρχή ξεχωρίζει ούτε τέλος, σ’ ανάστροφη κλίμακα
ισορρόπησαν οι αποστάσεις. Δεν είναι ο δρόμος αυτό που σκίζεται πίσω, ένα
ποτάμι με τους παραποτάμους του είναι. Νόμιζα πως για να βγω έπρεπε
να περάσω από μέσα του. Πόσο λάθος. Αυτό έπρεπε να με διασχίσει.
Τη
τελευταία φορά που βρέθηκα σε αυτή την θάλασσα είχε κατέβει ο ορίζοντας δυο
πόντους, όσο χωράει να φαγωθεί φτερούγα γερακιού και να ξεφύγει, ένα κλαδί
φρεσκοκομμένο να πέσει στη κουβέρτα. Και είχαν ήδη μπει τα στοιχήματα ως προς
την ώρα, τη θέση και τον ήχο, με τη σιγουριά που ερμηνεύει την ιστορία αυτός
που την έγραψε ή με μια αλλόκοτη πίστη στα καιρικά φαινόμενα από την άλλη: στεριά ήταν μπροστά. Κι είχα
τόση δίψα που λιμπίστηκα γιαρμά λευκόσαρκο και γινωμένο σε καύσωνα του Ιούλη, να
μου στάξει η δαγκωματιά ως τον λαιμό∙ καλώς την, έξω από τα τείχη, έξω από την πόρτα, στον
δρόμο κάτω∙ αδιάφορη μου ήταν κι η θαυμαστή οχύρωση και τα σπασμένα γυαλιά, και
τα βραχώδη όρη σε οριακή ευστάθεια, και φυλές
εξαδάχτυλες με το ένα μάτι στη διόπτρα, με δώδεκα δέρματα κάτω από το δέρμα: απέβλεπα
σε υπόγεια νερά∙ καλώς την, μου είπαν, σε αυτά τα εδάφη μόνο σμύριδα φυτρώνει.
Τη
τελευταία φορά που πέρασα αυτή τη θάλασσα είχε κυλήσει ο ορίζοντας δυο πόντους,
πάει να πει ελευθερία όσο πιάνει το μάτι, κι απάτη είναι αλήθεια αυτό που
βλέπει το μάτι για ορίζοντα, κι η ασημόσκονη στο κύμα τα πρωινά κι αυτή απάτη,
κι όλα τα χρώματα που παίρνει το νερό κάτω από σύννεφο απογευματινό, κι η όψη
μου ολόγυμνη με φόντο όρμο ανατολικό, κι η
αόρατη κλωστή που διέτρεξε τον χώρο, κι αρκτικοί κύκλοι και οι μεσημβρινοί, όλα μια πλάνη του εγκεφάλου, κι η πλάνη,
όπως λειαίνεις τα σανίδια, εύκολα σου παίρνει δυο-τρία δάχτυλα∙ υπήρξα ή δεν
υπήρξα; Κι είπα δεν δίνω ούτε καρδιά ούτε και σώμα αν δεν καεί γουλιά γουλιά ο
ουρανίσκος μου, παράθυρα αν δεν δω στραμμένα προς τη θάλασσα, φάρα δική μου,
λαλιά που ξέρω∙ καλύτερα βουνό το πριονίδι.
Κι
ύστερα έκατσε ο ορίζοντας στο ύψος του, η γραμμή του κλάσματος το σύνορο: αριθμητής
τα πάνω - παρονομαστής τα κάτω∙ στην
ευθεία της τομής του λέγανε τελειώνει ο κόσμος∙ αν ήταν σκάλα ή γκρεμός δεν
κλήρωσε, πρέπει να είσαι πλάσμα με βράγχια ή φτερά για παραπέρα, έτσι και
αλλιώς πάνω σε αυτή την γραμμή ο καθένας ταξιδεύει θεομόναχος, αλφαδιάζει το
βλέμμα∙ το θέσφατο μέτρο σε γραπτή οδηγία: τι λογίζεται στεριά, τι πλιάτσικο, και τι άνεμος
ούριος∙ και το μέτρο στίχος, κι ο στίχος ρυθμός, κι ανάλογος ο λόγος, κι ο
λόγος η αρχή, και του λόγου το αληθές
Μαρ. Μαρκοπούλου