Θεέ μου, πόση ελευθερία!
Κανείς δεν ήθελε να ανεβαίνει στα μέρη μας τέτοιες ώρες. Σε όλο το δρόμο έψαχνε το ραδιόφωνο, γυρνούσε την ροδέλα, μισά τραγούδια, αρχινισμένα λόγια, τ’ άφηνε λίγο, κάτι μουρμούραγε και άντε πάλι. Εγώ στο πίσω κάθισμα, κολλημένη στην πόρτα, τα μάτια καρφωμένα στο παράθυρο, κακό ξενύχτι και επέστρεφα. Τη μισή πόλη διασχίσαμε, κουβέντα δεν αλλάξαμε. Ό,τι είχε γυρίσει την ταρίφα απο διπλή σε μονή, στην διασταύρωση πριν το σπίτι ήμασταν, 5 η ώρα, το είπε το ραδιόφωνο, παύση μικρή και ύστερα οι πρώτες νότες. Έστρεψα ενστικτωδώς το κεφάλι, μη τ΄αλλάξεις τώρα, είπα μέσα μου, μια στιγμή κοιταχτήκαμε μέσα από τον καθρέφτη, τότε συνεννοηθήκαμε, πού πάμε μου έκανε, όπως πάει ο δρόμος του είπα και πήρε ανάσα βαθιά, λες κι έδωσα το σύνθημα για να το δυναμώσει. Περάσαμε έξω από το σπίτι, δε με ρώτησε πού είμαστε, δεν του απάντησα φτάσαμε, τον άφησα να πηγαίνει, ήταν ξημέρωμα και ήμασταν στους δρόμους, ένα ταξί στην ερημιά με την μουσική στο τέρμα, Για μένα έπαιζε, για τον ταξιτζή, για το φορτηγό στη διασταύρωση και τον γέρο στο μηχανάκι που ανταμώσαμε πιο κάτω, από όλη τη πολιτεία, μόνο εμείς ξέραμε πως τώρα τραγουδάει η Μπέλλου. Κατέβηκα όταν τέλειωσε το τραγούδι, 2-3 χιλιόμετρα πιο πάνω. Αυτός συνέχισε για το βουνό, εγώ πήρα την κατηφόρα πίσω με τα πόδια μες στην αγριάδα. Όλη μου η νύχτα η χαραμισμένη είχε θριαμβευτικά κερδηθεί πίσω.
το τελευταίο πάρτι ας πούμε, που ήταν και το μόνο αποκριάτικο που
κάναμε ποτέ,
εκείνο που αφήσαμε όλη νύχτα το τραπεζομάντηλο μουσκεμένο στο ρούμι και
καταστρέψαμε για πάντα το παλιό ξύλινο τραπέζι.
Που μαζευτήκαμε όλοι, όλοι οι φίλοι, κι οι φίλοι των φίλων που ήταν
φίλοι, κι όλοι οι γνωστοί, και οι γνωστοί των γνωστών που ήταν γνωστοί, όπως
συνέβαινε σε κάθε αξιοπρεπές πάρτι.
Εκείνο το βράδυ που φράκαρε η πόρτα του δωματίου μου κι όταν την
ξεφρακάραμε ο Νίκος με την Δέσποινα ήταν πλέον ζευγάρι, κι είναι μαζί ακόμα,
που γρατζουνίστηκε βάναυσα το Love you Live από ένα παραπάτημα,
που ο Γιώργος φωτογραφήθηκε με ένα αναμμένο μπουρί και ταμπελάκι κατάδικου,
που ο Ντ.Γκ. μπήκε φρεσκοκουρεμένος αλλά βγήκε με τα παλιά του μαλλιά,
εκείνο το βράδυ που αντικριστήκαν πρώτη φορά η Ντίνα βαμμένη κλόουν με
τον δεν-θυμάμαι-πώς-τον-λένε ντυμένο θείτσα και ερωτεύτηκαν παράφορα,
που η Γαλλικού ήταν ακόμα με τον Σωκράτη και ο Σωκράτης ζούσε,
που ο Ιβάν γαύγιζε παραπονέμενος στην αυλή και ο Ιβάν ζούσε,
που η Εύη έπεσε τέζα και έχασε όλο το πάρτι,
που ήρθε η αγγλιδούλα του Ντίνου πριν ρίξει μαύρη πέτρα,
που ήρθε κι η ξαδέλφη του Στ. κι έφυγε άρον άρον,
που η Μπέσυ δεν είχε φύγει για τον Καναδά,
που η Κέλλυ δεν είχε φύγει για Θεσσαλονίκη,
που ο Κώστας δεν είχε φύγει για Κύπρο,
που ο Νίκος δεν είχε φύγει για το μοναστήρι,
που το Στρουμπάκι δεν τα είχε ξαναφτιάξει με τον Περικλή,
που η Ειρήνη έκανε παρέα με την Μάχη,
που ο Στέλιος να τα ΄χε ακόμα μαζί της;
Ένας κόσμος ολόκληρος στο 36άρι καρούλι της κόντακ, με το μαύρο κουτάκι, που είχε χίλιες δυο χρήσεις,
όπως να αποθηκεύουμε σπόρια,
και που το φιλμ το δίναμε στον φωτογράφο μπορεί μετά από μήνες,
αλλά παίρναμε πίσω τον φάκελο με ανυπομονησία,
και κοιτάγαμε τις φωτογραφίες λαίμαργα,
καμιά φορά περπατώντας ακόμα,
τις περνάγαμε από χέρι σε χέρι να μαζέψουν δαχτυλιές,
βλέπαμε τα αρνητικά κόντρα στο φως και ξανατυπώναμε
χωρίς να έχουμε καταλάβει
ότι συμπτωματικά ή όχι
είχαμε αποτυπώσει
τα περάσματα
τις διασταυρώσεις
την τελευταία σελίδα
το τελευταίο βλέμμα
το τέλος εποχής
χωρίς τελικά δεκάρα να δίνουμε
αν συμπτωματικά ή όχι
υπήρξε καιρός
εποχές ολόκληρες
που δεν
επιβεβαιώθηκαν
από ούτε μια φωτογραφία
Μαρ. Μαρ.
Το μπαρ του τραίνου, περνάς τρία βαγόνια
κοιμισμένους και το βρίσκεις. Ανοίγεις την βαριά πόρτα και αντί για τους
τροχούς στο μέταλλο, ακούς το ποια νύχτα σε έκλεψε. Ο μπάρμαν, με
ατσαλάκωτο λευκό πουκάμισο και παπιγιόν, πλένει ποτήρια σκυφτός. Πίσω του ράφια· κάτι πατατάκια και μπισκότα σκόρπια και στη μέση ένα Μεταξά 5άρι. Έχει
και τρία σκαμπό. Τα δυο είναι άδεια. Καθόμαστε. Στο τρίτο, ένας τριανταπεντάρης
με μακριά μαλλιά και τσιμπιδάκια με στρας, τυλιγμένος στο παλτό του. Με τον
αγκώνα στο πάγκο, στηρίζει στη παλάμη το
κεφάλι, με το
άλλο χέρι παίζει τα βαμμένα νύχια του
στον καπλαμά. Δίπλα
του, γερμένος στην κολόνα, ένας συνταξιούχος χασμουριέται όρθιος. Το τραγούδι
τελειώνει και μπαίνει ακόμα πιο δυνατά το επόμενο, όλα δικά σου μάτια μου.
Περνάει ένας ελεγκτής και καλημερίζει. Η φωνή του καλύπτεται από τους στίχους, πάνω στο «ξύπνησες ήλιε αποβροχάρη μου». Αντικαλημερίζουμε με ένα νεύμα. Ο μπάρμαν του χαμογελά λες και κέρδισε στοίχημα. Καφές
σκέτος σε χάρτινο φλιτζάνι, χειρότερος από καραβίσιο. Τον πίνουμε σαν βάλσαμο. Γραμμή
Θεσσαλονίκη – Αλεξανδρούπολη. Το τραίνο πάει, έξω από το παράθυρο κάπου στο
βάθος ξημερώνει. Λήψη 3η, πλάνο πίσω από το τζάμι.
Ιανουάριος 2018.
Καλά που δεν κοιμήθηκα.