Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ενσταντανέ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ενσταντανέ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Ιουνίου 2022

Τα κλειδιά


 


Τα κρατούσε στα χέρια τα κλειδιά η Κοχαρίκ. Ούτε μπόγους ούτε μπαγκάζια είχε, μόνο τα κλειδιά. Τα κλειδιά του σπιτιού της. Και από τότε που έφτασε, όσα χρόνια έζησε εδώ, πάντα πάνω της τα κουβαλούσε. Πάνω της κι όταν το ’47 ήρθε το σοβιετικό καράβι και από τον Πειραιά τους πήρε για το Μπατούμι. Και όταν το πλοίο πέρασε το στενό με τα ανάποδα ρεύματα, φανήκαν τα παράλια, η πόλη που γεννήθηκε, εκεί που ήταν το σπίτι της. Κι ήταν κι αυτή έξω, μαζί με όλους τους άλλους. Είδε τις στέγες να περνάνε αργά, τα τείχη, είδε το ταχυδρομείο, τον λόφο, τους μιναρέδες, τον δρόμο για το λιμάνι. Και έτσι όπως κοίταζε απο την κουπαστή, με τα μάτια κολλημένα στην ακτή, έβγαλε αυτά τα βαριά σιδερένια κλειδιά, τα κλειδιά του σπιτιού της, τα κλειδιά που δεν αποχωρίστηκε στιγμή από πάνω της 25 ολόκληρα χρόνια, και τα πέταξε στη θάλασσα.

Θεέ μου, πόση απελπισία!
Θεέ μου, πόση ελευθερία!


Μαρ. Μαρκοπούλου






 


Δευτέρα 9 Αυγούστου 2021

Νύχτα

 



Να μην ξεχάσω ποτέ ότι ο καπετάν Λέκκας, με 12 άτομα στο καΐκι του και έναν ακόμα για πλήρωμα, ούρλιαζε για τουλάχιστον μια ώρα σε ένα κινητό, να έρθει το ταχύπλοο του λιμενικού να μας φορτώσει αρόδου, να ελευθερωθεί το καΐκι του, να πάει πίσω Αγία Άννα, μπας και σώσει το σπίτι του. Ότι στο Μαντούδι, όλο το χωριό μικροί, μεγάλοι, μεταφέρανε κόσμο από το λιμάνι, ανοίγαν τα σπίτια τους, βοηθούσαν τους πυρόπληκτους που όλη νύχτα κατέφθαναν με καΐκια και σκάφη του λιμενικού. Ότι ο πρόσφυγας ο Ομάρ με τους εθελοντές της ομάδας του ήταν εκεί και μοίραζαν νερά, τρόφιμα, κουβέρτες, φάρμακα. Ότι ο πρόσφυγας ο Ομάρ από τη Συρία, το ξημέρωμα μας πήρε με το βανάκι του και μας έφερε Αθήνα μέσω Θήβας. Η εξουσία υπάρχει ως δυνάστης. Μόνο ο λαός σώζει τον λαό.

Νύχτα, 5-6 Αυγούστου 2021.

Σάββατο 5 Ιουνίου 2021

Όπως πάει ο δρόμος

 

Κανείς δεν ήθελε να ανεβαίνει στα μέρη μας τέτοιες ώρες. Σε όλο το δρόμο έψαχνε το ραδιόφωνο, γυρνούσε την ροδέλα, μισά τραγούδια, αρχινισμένα λόγια, τ’ άφηνε λίγο, κάτι μουρμούραγε και άντε πάλι. Εγώ στο πίσω κάθισμα, κολλημένη στην πόρτα, τα μάτια καρφωμένα στο παράθυρο, κακό ξενύχτι και επέστρεφα. Τη μισή πόλη διασχίσαμε, κουβέντα δεν αλλάξαμε. Ό,τι είχε γυρίσει την ταρίφα απο διπλή σε μονή, στην διασταύρωση πριν το σπίτι ήμασταν, 5 η ώρα, το είπε το ραδιόφωνο, παύση μικρή και ύστερα οι πρώτες νότες. Έστρεψα ενστικτωδώς το κεφάλι, μη τ΄αλλάξεις τώρα, είπα μέσα μου, μια στιγμή κοιταχτήκαμε μέσα από τον καθρέφτη, τότε συνεννοηθήκαμε, πού πάμε μου έκανε, όπως πάει ο δρόμος του είπα και πήρε ανάσα βαθιά, λες κι έδωσα το σύνθημα για να το δυναμώσει. Περάσαμε έξω από το σπίτι, δε με ρώτησε πού είμαστε, δεν του απάντησα φτάσαμε, τον άφησα να πηγαίνει, ήταν ξημέρωμα και ήμασταν στους δρόμους, ένα ταξί στην ερημιά με την μουσική στο τέρμα, Για μένα έπαιζε, για τον ταξιτζή, για το φορτηγό στη διασταύρωση και τον γέρο στο μηχανάκι που ανταμώσαμε πιο κάτω, από όλη τη πολιτεία, μόνο εμείς ξέραμε πως τώρα τραγουδάει η Μπέλλου. Κατέβηκα όταν τέλειωσε το τραγούδι, 2-3 χιλιόμετρα πιο πάνω. Αυτός συνέχισε για το βουνό, εγώ πήρα την κατηφόρα πίσω με τα πόδια μες στην αγριάδα. Όλη μου η νύχτα η χαραμισμένη είχε θριαμβευτικά κερδηθεί πίσω.





Δευτέρα 15 Μαρτίου 2021

36αρι Κοντακ

 









Υπήρξε καιρός που βγάζαμε φωτογραφίες χωρίς να ξέρουμε τι έχουμε τραβήξει. Έπρεπε να τις πάμε στον Τόνι ή στον Ζώρζ να μας τις εμφανίσει, για να θυμηθούμε τι είχε μέσα εκείνο το καρούλι. Μέναμε ακίνητοι για μια στιγμή στον χρόνο και συμπτωματικά ή όχι, αποτυπώναμε το τέλος εποχής, τα περάσματα, τις διασταυρώσεις, την τελευταία σελίδα,

το τελευταίο πάρτι ας πούμε, που ήταν και το μόνο αποκριάτικο που κάναμε ποτέ,

εκείνο που αφήσαμε όλη νύχτα το τραπεζομάντηλο μουσκεμένο στο ρούμι και καταστρέψαμε για πάντα το παλιό ξύλινο τραπέζι.

Που μαζευτήκαμε όλοι, όλοι οι φίλοι, κι οι φίλοι των φίλων που ήταν φίλοι, κι όλοι οι γνωστοί, και οι γνωστοί των γνωστών που ήταν γνωστοί, όπως συνέβαινε σε κάθε αξιοπρεπές πάρτι.

Εκείνο το βράδυ που φράκαρε η πόρτα του δωματίου μου κι όταν την ξεφρακάραμε ο Νίκος με την Δέσποινα ήταν πλέον ζευγάρι, κι είναι μαζί ακόμα,

που γρατζουνίστηκε βάναυσα το Love you Live από ένα παραπάτημα,

που ο Γιώργος φωτογραφήθηκε με ένα αναμμένο μπουρί και ταμπελάκι κατάδικου,

που ο Ντ.Γκ. μπήκε φρεσκοκουρεμένος αλλά βγήκε με τα παλιά του μαλλιά,

εκείνο το βράδυ που αντικριστήκαν πρώτη φορά η Ντίνα βαμμένη κλόουν με τον δεν-θυμάμαι-πώς-τον-λένε ντυμένο θείτσα και ερωτεύτηκαν παράφορα,

που η Γαλλικού ήταν ακόμα με τον Σωκράτη και ο Σωκράτης ζούσε,

που ο Ιβάν γαύγιζε παραπονέμενος στην αυλή και ο Ιβάν ζούσε,

που η Εύη έπεσε τέζα και έχασε όλο το πάρτι,

που ήρθε η αγγλιδούλα του Ντίνου πριν ρίξει μαύρη πέτρα,

που ήρθε κι η ξαδέλφη του Στ. κι έφυγε άρον άρον,

που η Μπέσυ δεν είχε φύγει για τον Καναδά,

που η Κέλλυ δεν είχε φύγει για Θεσσαλονίκη,

που ο Κώστας δεν είχε φύγει για Κύπρο,

που ο Νίκος δεν είχε φύγει για το μοναστήρι,

που το Στρουμπάκι δεν τα είχε ξαναφτιάξει με τον Περικλή,

που η Ειρήνη έκανε παρέα με την Μάχη,

που ο Στέλιος να τα ΄χε ακόμα μαζί της;

Ένας κόσμος ολόκληρος στο 36άρι καρούλι της κόντακ, με το μαύρο κουτάκι, που είχε χίλιες δυο χρήσεις, 

όπως να αποθηκεύουμε σπόρια,

και που το φιλμ το δίναμε στον φωτογράφο μπορεί μετά από μήνες,

αλλά παίρναμε πίσω τον φάκελο με ανυπομονησία,

και κοιτάγαμε τις φωτογραφίες λαίμαργα,

καμιά φορά περπατώντας ακόμα,

τις περνάγαμε από χέρι σε χέρι να μαζέψουν δαχτυλιές,

βλέπαμε τα αρνητικά κόντρα στο φως και ξανατυπώναμε

χωρίς να έχουμε καταλάβει

ότι συμπτωματικά ή όχι

είχαμε αποτυπώσει

τα περάσματα

τις διασταυρώσεις

την τελευταία σελίδα

το τελευταίο βλέμμα

το τέλος εποχής

χωρίς τελικά δεκάρα να δίνουμε

αν συμπτωματικά ή όχι

υπήρξε καιρός

εποχές ολόκληρες

που δεν επιβεβαιώθηκαν

από ούτε μια φωτογραφία


Μαρ. Μαρ. 

Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2019

Παρασκήνια






Αν πας βόλτα μεσημέρι Χριστουγέννων
με κρύο και ψιλόβροχο
έχεις τα πιο ζηλευτά πλάνα
η πόλη είναι γεμάτη με αυτούς που δεν πήγαν
ή με αυτούς που έφυγαν
που την βγάλανε σε ένα σκαμπό κάτω από τέντα τυροπιτάδικου
σε στάση λεωφορείου με σακούλες στα χέρια
στο πίσω κάθισμα ταξί
ραδιόφωνο που παίζει λαϊκά
τελάρα μαναβικής
χαρτομάντηλα
θες να ανοίξεις το τζάμι και να τους πεις:
-Η πόλη μας ανήκει
και να τους κλείσεις συνωμοτικά το μάτι.



Μαρ. Μαρκοπούλου





Παρασκευή 8 Μαρτίου 2019

Λήψη 3η



Το μπαρ του τραίνου, περνάς τρία βαγόνια κοιμισμένους και το βρίσκεις. Ανοίγεις την βαριά πόρτα και αντί για τους τροχούς στο μέταλλο, ακούς το ποια νύχτα σε έκλεψε. Ο μπάρμαν, με ατσαλάκωτο λευκό πουκάμισο και παπιγιόν, πλένει ποτήρια σκυφτός. Πίσω του ράφια· κάτι πατατάκια και μπισκότα σκόρπια και στη μέση ένα Μεταξά 5άρι. Έχει και τρία σκαμπό. Τα δυο είναι άδεια. Καθόμαστε. Στο τρίτο, ένας τριανταπεντάρης με μακριά μαλλιά και τσιμπιδάκια με στρας, τυλιγμένος στο παλτό του. Με τον αγκώνα στο πάγκο, στηρίζει στη παλάμη το κεφάλι, με το άλλο χέρι παίζει τα βαμμένα νύχια του στον καπλαμά. Δίπλα του, γερμένος στην κολόνα, ένας συνταξιούχος χασμουριέται όρθιος. Το τραγούδι τελειώνει και μπαίνει ακόμα πιο δυνατά το επόμενο, όλα δικά σου μάτια μου. Περνάει ένας ελεγκτής και καλημερίζει. Η φωνή του καλύπτεται από τους στίχους, πάνω στο «ξύπνησες ήλιε αποβροχάρη μου». Αντικαλημερίζουμε με ένα νεύμα. Ο μπάρμαν του χαμογελά λες και κέρδισε στοίχημα. Καφές σκέτος σε χάρτινο φλιτζάνι, χειρότερος από καραβίσιο. Τον πίνουμε σαν βάλσαμο. Γραμμή Θεσσαλονίκη – Αλεξανδρούπολη. Το τραίνο πάει, έξω από το παράθυρο κάπου στο βάθος ξημερώνει. Λήψη 3η, πλάνο πίσω από το τζάμι.
Ιανουάριος 2018.  
Καλά που δεν κοιμήθηκα.



Μαρ. Μαρ. 





Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2019

Ώρα 3.30





(Ώρα 3.30) Ένα παράπονο ακαθόριστο με πλημμυρίζει, ένας απέραντος νταλγκάς μελώνει μέσα στο στέρνο μου και θέλω να χωθώ παιδί στο καφενείο της γειτονιάς, εκεί που με έστελνε η μάνα μου για κρασί, τα χαμηλά σκαλάκια και τα βαρέλια, πόθησα τους βαλαντωμένους ήχους των υπογείων να σπάσουν τη σιωπή, πόθησα ένα αργό θλιμμένο ταξίμι, να μου σηκώσει τη πέτσα, μια πενιά που να κλαίει στη γλώσσα μου, γιατί μόνο στη γλώσσα σου κλαις, μόνο στη γλώσσα σου βρίζεις, μόνο στη γλώσσα σου χύνεις, μια πενιά λυπητερή, να αρπάξει όλη τη θλίψη μου και να την κάνει τραγούδι, μια πενιά λυπητερή, να έρθει να στάξει πάνω μου η πλάση, να γίνει ο ουρανός χοντρό ασήκωτο μολύβι, να έρθει να με πλακώσει. Δεν ρώτησες τόσο καιρό για μένα, πώς πέρασα τρελή στην ξενιτιά.




Ένα κόκκο άμμο - Marco Messini απόσπασμα
Μαριάνθη Μαρκοπούλου