Ανάγλυφο. Αυτό ήταν να γίνει από την αρχή. Κάτω από τις στιβάδες να ελευθερωθεί ο μικρός ιππέας, το ελάφι, η αυλητρίδα και το πέπλο της. Σπας τη πέτρα. Γι' αυτό οι αυλακιές, γι' αυτό τα θρύψαλα. Δεν είναι χτίσιμο ο εαυτός. Γκρέμισμα είναι.
Μαρ. Μαρ.
Ανάγλυφο. Αυτό ήταν να γίνει από την αρχή. Κάτω από τις στιβάδες να ελευθερωθεί ο μικρός ιππέας, το ελάφι, η αυλητρίδα και το πέπλο της. Σπας τη πέτρα. Γι' αυτό οι αυλακιές, γι' αυτό τα θρύψαλα. Δεν είναι χτίσιμο ο εαυτός. Γκρέμισμα είναι.
Μαρ. Μαρ.
Αν έπεφτα πάνω σε τοίχο με τόση φόρα που είχα πάρει, το
σίγουρο είναι ότι θα γκρεμιζόταν ο τοίχος και θα περνούσα από μέσα
του, αλλά εδώ ήταν τσιμεντόδρομος που μόνο ανεβαίνει, και το γκάζι μούγκριζε
και σάλευε μισό βήμα το δευτερόλεπτο ο τροχός∙ πριν προλάβει να φέρει τη στροφή
έχει φύγει το γαρμπίλι, έχουν κατρακυλήσει στ’ αυλάκι πέτρες και γκωνάρια,
σπάνε τα ρείθρα, φεύγει ο δρόμος, πίσω δεν έχει να γυρίσεις. Πάνω
εκεί ήμουν κρεμασμένη, στο έλεος των μονοδρόμων, να σπιρουνίζω στα πλευρά
τριάντα τρείς τετράδες άλογα κι όλα τους να αρνούνται∙ μια παρακάλι - μια
διαταγή, μια τρυφεράδα - μια απειλή, ένα εκατοστό πιο πάνω, ένα βήμα παραπέρα,
μόνο να πατήσει κάπου η ρόδα∙ σε τέτοια κλίση μόνο εν κινήσει
στέκεσαι. Και πάνω εκεί, στη μεγάλη ανηφόρα, όπως στα μύρια του κακού, σε
μια ακατάπαυστη βροχή, στη πιο βροντώδη κατολίσθηση, σε
εγκαταλείπει τ’ αμάξι, σβήνουν όλες στο κινητό οι επαφές, και το
δεξί σου μάτι το αετήσιο, σα να μην βλέπει καλά∙ ούτε η ιστορία στέκει, ούτε η
πλοκή.
Στο τέλος καταλήγεις να ανεβαίνεις μαρμάρινα σκαλιά στο
μισοσκόταδο. Με τα γόνατα. Σώμα βαρύ να σέρνεις πάνω στη σκληράδα τους, το
στήθος να ισιώνει στις γωνίες. Ώσπου να φανεί τι αχνοφέγγει στο
πλατύσκαλο, έχει λιώσει όλο το μέταλλο, κλειδιά και κέρματα στο ρήγμα, όλα στραβά κι όλα αιχμηρά∙ για μια στιγμή στη κόψη μπαλαντζάρω: ή να φτάσω δρασκελιές ως
το μεδούλι ή μη μου έρθει και ανακατευτώ ξανά με τους ανθρώπους.
Και ράγισε τότε μέσα μου βαρύ πελοποννήσιο μοιρολόι∙ θα άνοιγα μια φλέβα
αν έφτανε για να τα σβήσουμε όλα, θα έκοβα διπλό γαζί στο δέρμα να το
ξαναπάρουμε από την αρχή. Ήρθα εδώ, το μάγουλο στο μάρμαρο, σα χρησμός
σκίζει τον δείκτη μια χορδή∙ χορδή από τόξο ή από βιολί δεν μαρτυρά.
Και ευθύς ανοίχτηκε, καβάλησα κορφή, κάπνιζε ξέπνοο και
στραπατσαρισμένο το όχημα, μα πήγαινε∙ ένα εκατοστό πιο εκεί, ένα βήμα
παραπέρα∙ φανήκαν από τους καθρέφτες φευγαλέα χίλια φωτάκια να μακραίνουν
μες στη νύχτα. Αυτός ήταν ο δρόμος για να περάσουμε, μια τρίχα χρόνου που
κόπηκε στη μέση και στη μέση ξανά, κι από τις άκρες σ’ άλλες άκρες να
μοιράζεται, σαν ομοβροντία κεραυνών σε νύχτα θεοσκότεινη, σαν δέντρο φυλλοβόλο
Νοέμβρη μήνα, ή τις αρτηρίες μου γυμνές σε μάθημα ανατομίας. Κι όπως αφήνεις
πίσω σου τους μιλιοδείκτες ούτε αρχή ξεχωρίζει ούτε τέλος, σ’ ανάστροφη κλίμακα
ισορρόπησαν οι αποστάσεις. Δεν είναι ο δρόμος αυτό που σκίζεται πίσω, ένα
ποτάμι με τους παραποτάμους του είναι. Νόμιζα πως για να βγω έπρεπε
να περάσω από μέσα του. Πόσο λάθος. Αυτό έπρεπε να με διασχίσει.
Τη
τελευταία φορά που βρέθηκα σε αυτή την θάλασσα είχε κατέβει ο ορίζοντας δυο
πόντους, όσο χωράει να φαγωθεί φτερούγα γερακιού και να ξεφύγει, ένα κλαδί
φρεσκοκομμένο να πέσει στη κουβέρτα. Και είχαν ήδη μπει τα στοιχήματα ως προς
την ώρα, τη θέση και τον ήχο, με τη σιγουριά που ερμηνεύει την ιστορία αυτός
που την έγραψε ή με μια αλλόκοτη πίστη στα καιρικά φαινόμενα από την άλλη: στεριά ήταν μπροστά. Κι είχα
τόση δίψα που λιμπίστηκα γιαρμά λευκόσαρκο και γινωμένο σε καύσωνα του Ιούλη, να
μου στάξει η δαγκωματιά ως τον λαιμό∙ καλώς την, έξω από τα τείχη, έξω από την πόρτα, στον
δρόμο κάτω∙ αδιάφορη μου ήταν κι η θαυμαστή οχύρωση και τα σπασμένα γυαλιά, και
τα βραχώδη όρη σε οριακή ευστάθεια, και φυλές
εξαδάχτυλες με το ένα μάτι στη διόπτρα, με δώδεκα δέρματα κάτω από το δέρμα: απέβλεπα
σε υπόγεια νερά∙ καλώς την, μου είπαν, σε αυτά τα εδάφη μόνο σμύριδα φυτρώνει.
Τη
τελευταία φορά που πέρασα αυτή τη θάλασσα είχε κυλήσει ο ορίζοντας δυο πόντους,
πάει να πει ελευθερία όσο πιάνει το μάτι, κι απάτη είναι αλήθεια αυτό που
βλέπει το μάτι για ορίζοντα, κι η ασημόσκονη στο κύμα τα πρωινά κι αυτή απάτη,
κι όλα τα χρώματα που παίρνει το νερό κάτω από σύννεφο απογευματινό, κι η όψη
μου ολόγυμνη με φόντο όρμο ανατολικό, κι η
αόρατη κλωστή που διέτρεξε τον χώρο, κι αρκτικοί κύκλοι και οι μεσημβρινοί, όλα μια πλάνη του εγκεφάλου, κι η πλάνη,
όπως λειαίνεις τα σανίδια, εύκολα σου παίρνει δυο-τρία δάχτυλα∙ υπήρξα ή δεν
υπήρξα; Κι είπα δεν δίνω ούτε καρδιά ούτε και σώμα αν δεν καεί γουλιά γουλιά ο
ουρανίσκος μου, παράθυρα αν δεν δω στραμμένα προς τη θάλασσα, φάρα δική μου,
λαλιά που ξέρω∙ καλύτερα βουνό το πριονίδι.
Κι
ύστερα έκατσε ο ορίζοντας στο ύψος του, η γραμμή του κλάσματος το σύνορο: αριθμητής
τα πάνω - παρονομαστής τα κάτω∙ στην
ευθεία της τομής του λέγανε τελειώνει ο κόσμος∙ αν ήταν σκάλα ή γκρεμός δεν
κλήρωσε, πρέπει να είσαι πλάσμα με βράγχια ή φτερά για παραπέρα, έτσι και
αλλιώς πάνω σε αυτή την γραμμή ο καθένας ταξιδεύει θεομόναχος, αλφαδιάζει το
βλέμμα∙ το θέσφατο μέτρο σε γραπτή οδηγία: τι λογίζεται στεριά, τι πλιάτσικο, και τι άνεμος
ούριος∙ και το μέτρο στίχος, κι ο στίχος ρυθμός, κι ανάλογος ο λόγος, κι ο
λόγος η αρχή, και του λόγου το αληθές
Μαρ. Μαρκοπούλου
Στο διπλανό δωμάτιο γρίπες ακονίζουν τα νύχια στις κορνίζες, σαρώνει ο αέρας
χαρτιά και ζάρια, ό,τι δεν πρόλαβε να συμβεί προβάλλεται σε μια μπομπίνα 8 χιλ.
της κόντακ∙ εδώ μείνανε μόνο τα πειστήρια, ίχνη καύσης, φαιά ουσία, η
λατύπη, αιχμαλωτίστηκε η εικόνα σε χαρτί ιαπωνικό, ξαποσταίνει σε αυτοκρατορική
μούχλα, βαυκαλίζεται δερματόδετη σε αριθμημένα αντίτυπα∙ ακόμα με τη γλώσσα
γεύομαι το μέταλλο, φτάνει το ρυθμικό φρρτ-φρρτ-φρρτ από δίπλα, ανεμίζει η άκρη
του φιλμ εσαεί, κανείς δεν κλείνει τον φακό, ένα στρογγυλό φως πάνω στον
τοίχο,
Και
πιο πάνω, στη μεγάλη ανηφόρα αδειάσαν τα μπαούλα, δαντέλες τριών γενιών, κοφτά
μαζί με τα ασπρόρουχα, και πίσω από αυτές κι άλλων τριών, και πιο πίσω ακόμα ο
ίδιος γρίφος: πώς να χωρέσεις πέταλα από 40 λογιών βοτάνια μέσα σε μια
δαχτυλήθρα. Και άι, άιιιι, άι μόνο∙ αχνό, συρόμενο, άι,
άι, άιιιι∙ σιγανά, αργό, τραγουδιστό. Κατάδικος ήμουν σε ανήλιαγο κελί, δυο
βήματα και κοπανάς σε τοίχο, χτισμένα παράθυρα, σανίδια στις πόρτες και σκόνη,
σαν χώμα αρχαίο άπετρο αφυδατωμένο, έπαιρνα ανάσα και ήρθε και κάθισε όλη μέσα
μου, έφτασε μέχρι κάτω, στον πάτο της λίμνης μου, κι όλα ακίνητα κάτω από
το σεντόνι της, ίσως για αυτό τόση ανάγκη για καπνό, κάτι να διαταράξει
τέτοια βάθη, να κάνει την σκόνη να χορέψει∙ το κόσμημα του κόσμου
ασυλλάβιστο και εγώ σάρκα λευκή σε σκλαβοπάζαρο.
Το
παραδέχομαι, αν τα πράγματα τα αφήσεις, βάζει το χέρι του ο άνεμος, σμήνη
πουλιών, οι αράχνες, προκύπτουν στρώσεις απρόβλεπτες, και εδώ κάτω ζητάνε θεό
τροχονόμο, λες και δεν αρκεί το χάος και η μεταμόρφωση. Μα δεν γαληνεύει, μάτια
μου, ο φόβος∙ μόνο τρύπες ανοίγει πιο βαθιές, κατρακυλάς σε αιωνιότητες
διαδρόμων και καταπακτών, σου φορτώνονται για πεπρωμένο κάτι μισόλογα, στήνεις
τις πρόκες στις βιτρίνες, ούτε μοναξιά δεν σε προφταίνει. Κόντρα στο φως οι
ανοιχτές στροφές, κράματα ευγενικά, λες και αλλάζει θέση ο άξονας της γης, ο
ρυθμός ήταν οι όρχεις του χρόνου, η μεταμόρφωση ήταν όλη η ιστορία, κάνεις μια
με το δάχτυλο και τα πάντα αποκτούν χρώμα, χάντρες και σύμβολα, χρυσά
ελάσματα, βουκράνια, φυλαχτά, κοπτικές κλωστές, κόκκινο morocco,
μετάξια από τα παραθαλάσσια της Ερυθραίας, καλειδοσκόπια, στερεοσκόπια,
περισκόπια, ένας μικρός επιτραπέζιος τροχός -σου πετάν σε μια γωνία ένα
στρωσίδι, αν πέσεις πάνω του να κοιμηθείς βλέπεις στον ύπνο σου τη γιατρειά
σου.
Μαρ. Μαρκοπούλου