Στο τρεμάμενο ικρίωμα, την ευθεία
γραμμή∙ τα όρη, όταν έσκυψα να φιλήσω τη γη, τα άλματα, το πιωμένο
μου κύτταρο και το στίγμα στο μάτι, η φλόγα∙ σε όλη τη διαδρομή
Αν καμιά φορά ξεχνάω ποια είμαι,
μου το θυμίζει η μουσική
Μαρ. Μαρκοπούλου
Στο τρεμάμενο ικρίωμα, την ευθεία
γραμμή∙ τα όρη, όταν έσκυψα να φιλήσω τη γη, τα άλματα, το πιωμένο
μου κύτταρο και το στίγμα στο μάτι, η φλόγα∙ σε όλη τη διαδρομή
Αν καμιά φορά ξεχνάω ποια είμαι,
μου το θυμίζει η μουσική
Μαρ. Μαρκοπούλου
Ανάγλυφο. Αυτό ήταν να γίνει από την αρχή. Κάτω από τις στιβάδες να ελευθερωθεί ο μικρός ιππέας, το ελάφι, η αυλητρίδα και το πέπλο της. Σπας τη πέτρα. Γι' αυτό οι αυλακιές, γι' αυτό τα θρύψαλα. Δεν είναι χτίσιμο ο εαυτός. Γκρέμισμα είναι.
Μαρ. Μαρ.
Αν έπεφτα πάνω σε τοίχο με τόση φόρα που είχα πάρει, το
σίγουρο είναι ότι θα γκρεμιζόταν ο τοίχος και θα περνούσα από μέσα
του, αλλά εδώ ήταν τσιμεντόδρομος που μόνο ανεβαίνει, και το γκάζι μούγκριζε
και σάλευε μισό βήμα το δευτερόλεπτο ο τροχός∙ πριν προλάβει να φέρει τη στροφή
έχει φύγει το γαρμπίλι, έχουν κατρακυλήσει στ’ αυλάκι πέτρες και γκωνάρια,
σπάνε τα ρείθρα, φεύγει ο δρόμος, πίσω δεν έχει να γυρίσεις. Πάνω
εκεί ήμουν κρεμασμένη, στο έλεος των μονοδρόμων, να σπιρουνίζω στα πλευρά
τριάντα τρείς τετράδες άλογα κι όλα τους να αρνούνται∙ μια παρακάλι - μια
διαταγή, μια τρυφεράδα - μια απειλή, ένα εκατοστό πιο πάνω, ένα βήμα παραπέρα,
μόνο να πατήσει κάπου η ρόδα∙ σε τέτοια κλίση μόνο εν κινήσει
στέκεσαι. Και πάνω εκεί, στη μεγάλη ανηφόρα, όπως στα μύρια του κακού, σε
μια ακατάπαυστη βροχή, στη πιο βροντώδη κατολίσθηση, σε
εγκαταλείπει τ’ αμάξι, σβήνουν όλες στο κινητό οι επαφές, και το
δεξί σου μάτι το αετήσιο, σα να μην βλέπει καλά∙ ούτε η ιστορία στέκει, ούτε η
πλοκή.
Στο τέλος καταλήγεις να ανεβαίνεις μαρμάρινα σκαλιά στο
μισοσκόταδο. Με τα γόνατα. Σώμα βαρύ να σέρνεις πάνω στη σκληράδα τους, το
στήθος να ισιώνει στις γωνίες. Ώσπου να φανεί τι αχνοφέγγει στο
πλατύσκαλο, έχει λιώσει όλο το μέταλλο, κλειδιά και κέρματα στο ρήγμα, όλα στραβά κι όλα αιχμηρά∙ για μια στιγμή στη κόψη μπαλαντζάρω: ή να φτάσω δρασκελιές ως
το μεδούλι ή μη μου έρθει και ανακατευτώ ξανά με τους ανθρώπους.
Και ράγισε τότε μέσα μου βαρύ πελοποννήσιο μοιρολόι∙ θα άνοιγα μια φλέβα
αν έφτανε για να τα σβήσουμε όλα, θα έκοβα διπλό γαζί στο δέρμα να το
ξαναπάρουμε από την αρχή. Ήρθα εδώ, το μάγουλο στο μάρμαρο, σα χρησμός
σκίζει τον δείκτη μια χορδή∙ χορδή από τόξο ή από βιολί δεν μαρτυρά.
Και ευθύς ανοίχτηκε, καβάλησα κορφή, κάπνιζε ξέπνοο και
στραπατσαρισμένο το όχημα, μα πήγαινε∙ ένα εκατοστό πιο εκεί, ένα βήμα
παραπέρα∙ φανήκαν από τους καθρέφτες φευγαλέα χίλια φωτάκια να μακραίνουν
μες στη νύχτα. Αυτός ήταν ο δρόμος για να περάσουμε, μια τρίχα χρόνου που
κόπηκε στη μέση και στη μέση ξανά, κι από τις άκρες σ’ άλλες άκρες να
μοιράζεται, σαν ομοβροντία κεραυνών σε νύχτα θεοσκότεινη, σαν δέντρο φυλλοβόλο
Νοέμβρη μήνα, ή τις αρτηρίες μου γυμνές σε μάθημα ανατομίας. Κι όπως αφήνεις
πίσω σου τους μιλιοδείκτες ούτε αρχή ξεχωρίζει ούτε τέλος, σ’ ανάστροφη κλίμακα
ισορρόπησαν οι αποστάσεις. Δεν είναι ο δρόμος αυτό που σκίζεται πίσω, ένα
ποτάμι με τους παραποτάμους του είναι. Νόμιζα πως για να βγω έπρεπε
να περάσω από μέσα του. Πόσο λάθος. Αυτό έπρεπε να με διασχίσει.
Τη
τελευταία φορά που βρέθηκα σε αυτή την θάλασσα είχε κατέβει ο ορίζοντας δυο
πόντους, όσο χωράει να φαγωθεί φτερούγα γερακιού και να ξεφύγει, ένα κλαδί
φρεσκοκομμένο να πέσει στη κουβέρτα. Και είχαν ήδη μπει τα στοιχήματα ως προς
την ώρα, τη θέση και τον ήχο, με τη σιγουριά που ερμηνεύει την ιστορία αυτός
που την έγραψε ή με μια αλλόκοτη πίστη στα καιρικά φαινόμενα από την άλλη: στεριά ήταν μπροστά. Κι είχα
τόση δίψα που λιμπίστηκα γιαρμά λευκόσαρκο και γινωμένο σε καύσωνα του Ιούλη, να
μου στάξει η δαγκωματιά ως τον λαιμό∙ καλώς την, έξω από τα τείχη, έξω από την πόρτα, στον
δρόμο κάτω∙ αδιάφορη μου ήταν κι η θαυμαστή οχύρωση και τα σπασμένα γυαλιά, και
τα βραχώδη όρη σε οριακή ευστάθεια, και φυλές
εξαδάχτυλες με το ένα μάτι στη διόπτρα, με δώδεκα δέρματα κάτω από το δέρμα: απέβλεπα
σε υπόγεια νερά∙ καλώς την, μου είπαν, σε αυτά τα εδάφη μόνο σμύριδα φυτρώνει.
Τη
τελευταία φορά που πέρασα αυτή τη θάλασσα είχε κυλήσει ο ορίζοντας δυο πόντους,
πάει να πει ελευθερία όσο πιάνει το μάτι, κι απάτη είναι αλήθεια αυτό που
βλέπει το μάτι για ορίζοντα, κι η ασημόσκονη στο κύμα τα πρωινά κι αυτή απάτη,
κι όλα τα χρώματα που παίρνει το νερό κάτω από σύννεφο απογευματινό, κι η όψη
μου ολόγυμνη με φόντο όρμο ανατολικό, κι η
αόρατη κλωστή που διέτρεξε τον χώρο, κι αρκτικοί κύκλοι και οι μεσημβρινοί, όλα μια πλάνη του εγκεφάλου, κι η πλάνη,
όπως λειαίνεις τα σανίδια, εύκολα σου παίρνει δυο-τρία δάχτυλα∙ υπήρξα ή δεν
υπήρξα; Κι είπα δεν δίνω ούτε καρδιά ούτε και σώμα αν δεν καεί γουλιά γουλιά ο
ουρανίσκος μου, παράθυρα αν δεν δω στραμμένα προς τη θάλασσα, φάρα δική μου,
λαλιά που ξέρω∙ καλύτερα βουνό το πριονίδι.
Κι
ύστερα έκατσε ο ορίζοντας στο ύψος του, η γραμμή του κλάσματος το σύνορο: αριθμητής
τα πάνω - παρονομαστής τα κάτω∙ στην
ευθεία της τομής του λέγανε τελειώνει ο κόσμος∙ αν ήταν σκάλα ή γκρεμός δεν
κλήρωσε, πρέπει να είσαι πλάσμα με βράγχια ή φτερά για παραπέρα, έτσι και
αλλιώς πάνω σε αυτή την γραμμή ο καθένας ταξιδεύει θεομόναχος, αλφαδιάζει το
βλέμμα∙ το θέσφατο μέτρο σε γραπτή οδηγία: τι λογίζεται στεριά, τι πλιάτσικο, και τι άνεμος
ούριος∙ και το μέτρο στίχος, κι ο στίχος ρυθμός, κι ανάλογος ο λόγος, κι ο
λόγος η αρχή, και του λόγου το αληθές
Μαρ. Μαρκοπούλου
Στο διπλανό δωμάτιο γρίπες ακονίζουν τα νύχια στις κορνίζες, σαρώνει ο αέρας
χαρτιά και ζάρια, ό,τι δεν πρόλαβε να συμβεί προβάλλεται σε μια μπομπίνα 8 χιλ.
της κόντακ∙ εδώ μείνανε μόνο τα πειστήρια, ίχνη καύσης, φαιά ουσία, η
λατύπη, αιχμαλωτίστηκε η εικόνα σε χαρτί ιαπωνικό, ξαποσταίνει σε αυτοκρατορική
μούχλα, βαυκαλίζεται δερματόδετη σε αριθμημένα αντίτυπα∙ φτάνει το ρυθμικό φρρτ-φρρτ-φρρτ από δίπλα, ανεμίζει η άκρη
του φιλμ εσαεί, κανείς δεν κλείνει τον φακό, ένα στρογγυλό φως πάνω στον
τοίχο,
Και
πιο πάνω, στη μεγάλη ανηφόρα αδειάσαν τα μπαούλα, δαντέλες τριών γενιών, κοφτά
μαζί με τα ασπρόρουχα, και πίσω από αυτές κι άλλων τριών, και πιο πίσω ακόμα ο
ίδιος γρίφος: πώς να χωρέσεις πέταλα από 40 λογιών βοτάνια μέσα σε μια
δαχτυλήθρα. Και άι, άιιιι, άι μόνο∙ αχνό, συρόμενο, άι,
άι, άιιιι∙ σιγανά, αργό, τραγουδιστό. Κατάδικος ήμουν σε ανήλιαγο κελί, δυο
βήματα και κοπανάς σε τοίχο, χτισμένα παράθυρα, σανίδια στις πόρτες και σκόνη,
σαν χώμα αρχαίο άπετρο αφυδατωμένο, έπαιρνα ανάσα και ήρθε και κάθισε όλη μέσα
μου, έφτασε μέχρι κάτω, στον πάτο της λίμνης μου, κι όλα ακίνητα κάτω από
το σεντόνι της, ίσως για αυτό τόση ανάγκη για καπνό, κάτι να διαταράξει
τέτοια βάθη, να κάνει την σκόνη να χορέψει∙
Το
παραδέχομαι, αν τα πράγματα τα αφήσεις, βάζει το χέρι του ο άνεμος, σμήνη
πουλιών, οι αράχνες, προκύπτουν στρώσεις απρόβλεπτες, και εδώ κάτω ζητάνε θεό
τροχονόμο, λες και δεν αρκεί το χάος και η μεταμόρφωση. Μα δεν γαληνεύει, μάτια
μου, ο φόβος∙ μόνο τρύπες ανοίγει πιο βαθιές, κατρακυλάς σε αιωνιότητες
διαδρόμων και καταπακτών, σου φορτώνονται για πεπρωμένο κάτι μισόλογα, στήνεις
τις πρόκες στις βιτρίνες, ούτε μοναξιά δεν σε προφταίνει. Κόντρα στο φως οι
ανοιχτές στροφές, κράματα ευγενικά, λες και αλλάζει θέση ο άξονας της γης, ο
ρυθμός ήταν οι όρχεις του χρόνου, η μεταμόρφωση ήταν όλη η ιστορία, κάνεις μια
με το δάχτυλο και τα πάντα αποκτούν χρώμα, χάντρες και σύμβολα, χρυσά
ελάσματα, βουκράνια, φυλαχτά, κοπτικές κλωστές, κόκκινο morocco,
μετάξια από τα παραθαλάσσια της Ερυθραίας, καλειδοσκόπια, στερεοσκόπια,
περισκόπια, ένας μικρός επιτραπέζιος τροχός -σου πετάν σε μια γωνία ένα
στρωσίδι, αν πέσεις πάνω του να κοιμηθείς βλέπεις στον ύπνο σου τη γιατρειά
σου.
Μαρ. Μαρκοπούλου
Το μικρό
δαχτυλάκι του ποδιού που βρήκε στη γωνία, έτσι όπως έτρεχες ξυπόλητος να
προλάβεις το τηλέφωνο, και δάγκωσες τα δόντια και μόρφασες, -αυτός ο πόνος, κι
έκατσες κάτω να το κρατάς και να το σφίγγεις σφαδάζοντας, κι άμα σε ρώτησε
κανένας που σε είδε, έκανες νεύμα με το χέρι, γιατί ούτε άχνα δεν μπορούσες να
βγάλεις παρά μόνο μουγκρητά, (κι όλα παύσανε, όλα γίνανε ασήμαντα, όλα
σβήστηκαν), μέχρι που αρχίζει να κινείται το αίμα μες στο σώμα, χαλαρώνεις τη
λαβή, βρίσκει ξανά ρυθμό η ανάσα, και, γλυκά, ζεστά, ανακουφιστικά, ξανάρχεσαι
στον κόσμο, μπορείς να απαντήσεις σε αυτόν που σε ρώτησε: εντάξει, πέρασε, -κι αυτή
ίσως
η
αγαλλίαση, τώρα που πέρασε
να είναι αυτή ακριβώς η απάντηση
στο αμείλικτο ερώτημα της χρησιμότητας
του πόνου.
Μαρ. Μαρ.
Είναι
πάντα ίδιοι οι άνθρωποι στις αφίξεις των αεροδρομίων, ιδίως των νυχτερινών
πτήσεων, αλλάζει μόνο το χρώμα των μαλλιών τους και ο τρόπος που τα κουρεύουν, αλλάζουν
ίσως και τα ροδάκια από τις βαλίτσες που σέρνουν πίσω τους, όλο και πιο
ανθεκτικά, όλο και πιο αθόρυβα. Στο διπλανό κτήριο αυτοί που φεύγουν∙ νευρικοί,
ανυπόμονοι. Εδώ όμως ούτε βιάζονται ούτε στέκουν∙ το βλέμμα τους σαρώνει
αόριστα τον χώρο ή στηλώνεται αποφασιστικά ευθεία, ψαχουλεύουν τις τσέπες με
τον αναπτήρα στο χέρι. Έχουν φτάσει, κι αυτό προς το παρόν είναι αρκετό.
Στα
ενδιάμεσα σιγή, καρεκλάκια αναμονής, κλειστά γκισέ, δεν έχουμε ανοίξει ακόμα. Είναι
η ώρα που αλλάζουν τα διαφημιστικά και οι υπάλληλοι συζητούν για μπάλα∙ ίδιοι άνθρωποι
περιδιαβαίνουν τα χιλιοσφουγγαρισμένα, περιμένουν στωικά κάποιον να πάρουν ή
κάποιος να τους πάρει κι είναι πρόθυμοι να κάτσουν δίπλα σε έναν άγνωστο με
κατανόηση, μασουλάνε τον χρόνο, παρατηρούν, ένας καφές ίσως, περνάει η ώρα
ευδιάκριτη σε όλα τα ρολόγια, περνάω κι εγώ 18χρονη, στρυμωγμένη στα μπλε
τακούνια μου, περνάω πίσω από τους ελέγχους, περνάω κλειστές πόρτες, περνάω με
φόρα, σηκώνω ρεύμα∙ θα μπορούσα να ζω από αεροδρόμιο σε αεροδρόμιο είπα, κι ας ήταν η
ίδια διαδρομή, μόνο για την τελική τροχοδρόμηση πριν τη βουτιά στον ουρανό και
στα κομμάτια η αναπόφευκτη προσγείωση -το είπα τόσο που το πίστεψα- κι ούτε τα
σύννεφα της βροχής, ούτε οι σωρείτες, ούτε οι θύσανοι σταθήκαν μαγικοί∙ δεν
ήταν νησιά, δεν ήταν μαξιλάρια, δεν ήταν αρκούδες, κι όταν κοιτάς από ψηλά θες
να πεις εκείνο το τραγούδι και δεν είναι ψέμα, όμως τα ύψη και τα βάθη τα
μέτρησα μονάχα από τη γη, κορμί με κορμί. Ίσως από εκεί να ξεκίνησαν όλα, από μια
κόντρα με τη βαρύτητα.
Ίδιοι και
οι πίνακες με τις αφίξεις και τις αναχωρήσεις, εταιρία, πτήση, πόλη, μόνο που τότε κάνανε ήχο, όπως
πέφτανε πλακίδιο-πλακίδιο, τσακ-τσακ-τσακ, γύριζες το βλέμμα να δεις, κάτι
φεύγει ή κάτι μόλις έφτασε κι είναι η ώρα σιγά-σιγά να ξαναμαζεύονται, κρατάνε μικρές
πινακίδες με ονόματα, Silon, Maria Migliori, Filipa
Swezr, περνούν οι καινούργιοι, άρτι αφιχθέντες
από τους ουρανούς, περνάω κι εγώ αγύρευτη∙ δεν σε φέρνει πια το μπλε
λεωφορειάκι, ούτε θα κολλήσει η σκάλα στην πόρτα να πατήσεις σίδερο έκθετος στο
βουητό και στον αέρα, μια φυσούνα σε περνάει από Ταλίν, Σάο
Πάολο, Βαρσοβία στο εξπρές για Σύνταγμα∙ ίδιο πάντα ένα νυσταγμένο χτυποκάρδι, μια
τσάντα στον ώμο και μια ανάμεσα στα πόδια, μια τζούρα κλεφτή πριν το λεωφορείο,
το ταξί, το πάρκινγκ του αυτοκινήτου, εδώ που φτάσαμε θα έρθει το επόμενο∙ κάθομαι
δίπλα και εγώ ξέπνοη, ανυποψίαστο κελεπούρι, έτοιμη να πληρώσω όσο-όσο για να
γυρίσω σπίτι να βγάλω τις γόβες, μα μου κλέβουν τα ταξί οι τουρίστες, και είναι
πάντα τρία λεωφορεία η διαδρομή και μικρής διάρκειας το πάρκινγκ των αφίξεων, κι
έχει αλλάξει χρόνια το χρώμα των μαλλιών μου, κι ούτε ήρθα ούτε έφυγα, και
φτάνουν τα δυσθεώρητα ύψη, φτάνουν τα
νέφη, φτάνουν οι αναταράξεις. Άμα δεν είμαι προορισμός, τότε ας είμαι βράχος.
Μαρ. Μαρκοπούλου
Έπαιζε Στράτο, με λες αγάπη μα δε είμαι η αγάπη σου, η Χαρούλα είχε βγάλει το μια ζωή μέσα στους δρόμους, ο νόμος απαγόρευε τα σπασίματα, αλλά κάπου ένα υπόγειο μαγαζί αντιστεκόταν, Λιοσίων; Κατεβαίναμε τον Κηφισό και χανόμουν, Ακαδημία Πλάτωνος, Αιγάλεω Περιστέρι, Ρέντη, Κορυδαλλό, Τζιτζιφιές, Λένορμαν, Κολωνό, ούτε που είχα ξαναπατήσει, ξενύχτηδες ταγμένοι, η τραγουδίστρια με τα χρυσά, οι λουλουδούδες γύρω στα τραπέζια, μπόμπες, καβγάδες, σπασίματα, αγκαλιάσματα, πονεμένες ζεϊμπεκιές, ώσπου άναβαν τα φώτα, φαινόντουσαν τα μακιγιαρισμένα πρόσωπα ακόμα πιο βαμμένα, οι βάτες, τα ξεβαμμένα κραγιόν, τα ιδρωμένα πουκάμισα, και ένα τελευταίο όρθιοι στο μπαρ, κουβέντες μεθυσμένων, μεγάλα λόγια, παιδί της νύχτας μια ζωή δεν το αντέχω το πρωί, κουλτούρα νύχτας, μπάρας, το πρωί στο συνεργείο, στο πάγκο, στο τιμόνι, μαυρισμένα χέρια, κενά αντί για δόντια, βουτηγμένοι στην παρανομία, άλλοι λίγο, άλλοι πολύ, οι λίγο κάποιον είχαν στο πολύ, κάποιος είχε κάνει μέσα, κάποιος ήταν ακόμα, η μέρα άρχιζε αξημέρωτα, εργοτάξια, σίδερα, παλιά, μπανανάδικα, αποθήκες, φορτηγά, σάντουιτς με μπριζόλα στη λαχανογορά, μπόχα της ιχθυόσκαλας, χαράματα στο δρόμο, Αθήνα Καβάλα μονοκοπανιάς μπρος πίσω και πάλι από την αρχή, ύπνο στη καμπίνα, κουλουριασμένοι σαν σκύλοι, νταραβέρια, καΐκια νυχτερινά, μαγαζιά, αγορανομικά, ποινικά, οι πλανόδιοι, δουλειές, δουλειές με φούντες, φάτσες σκατόφατσες, φίλος ίσον φίδι, κυνηγοί θησαυρών, αρπαχτές, νταβατζήδες, εκδιδόμενες, η Ντόλι που δήλωσε στην εφορία ότι την ζούνε οι άντρες, ο Χάλαρης με τα τατουάζ αχ μάνα και Λίτσα με περικοκλάδες και έφαγε κλήση για εναγκαλιασμό, σημαδεμένοι, παλικαράδες της φακής, ψευτόμαγκες, γαμώ τα παντελόνια σας, ο ένας έβριζε τον άλλον μόλις έστριβε, ξεφτιλίκια, αγριάδες, τσαμπουκάδες, γρήγορα αμάξια, κωλιές, χαμηλωμένα αμαξώματα, λουξ καμπίνα, χρυσό δαχτυλίδι στο μικρό, άφτερ σέιβ, μυτερά παπούτσια, τζιν με τσάκιση, μεγάλα λόγια, αντρικά αστεία, μαγκιά κλανιά και απόστημα, η οικογένεια, η νοικοκυρά σύζυγος, η γκόμενα, η παναγία, η μάνα, ο ρουφιάνος, ο δικός μας ρουφιάνος, η άκρη, η δικιά μας άκρη, τα σιδερικά, το βρομά, το κρητικό, ο μάστορας, χαρακιές στο χέρι, κασέτα να παίζει υποψιάζομαι, άγραφοι νόμοι, καθαρή ματιά, τουμπεκί, μπέσα, καταστροφές εκούσιες, θυσίες ακατανόητες, πίστη, προδοσίες και η κασέτα να παίζει Στράτο, πέταξα τα σκεπάσματα και φόρεσα ό,τι βρήκα και μες στη νύχτα με βροχή 3 παρά 10 βγήκα κι ούτε φίλοι ούτε αδέλφια ούτε αγάπες, μόνο δρόμοι, πίσω αυλές, παρακαμπτήριοι και νύχτες.
Μαρ. Μαρκοπούλου
*Φωτογραφία: ο Όλυμπος πάνω απο τα σύννεφα
Μέχρι να λύσει ο πόλεμος
μη με αφήσεις να μπω κάτω από τη γη
ξερή από πόθο και από επιθυμία
θα αλλάξει σχήμα ο τόπος μου
μην μ΄ αφήσεις να παραδοθώ
κι αν οι τοίχοι του πατρικού μου ισοπεδωθούν
κι αν ξεγράψω, τίποτα πια μη περιμένω
ανθρώπου απολίθωμα, λίθου κουφάρι
ας μείνει έστω ένα μονότοξο γεφύρι
παραμυθία των τεθλιμμένων
μύθος των αναχωρητών
αρχή της τριλογίας
Μετά μαθαίνεις να χειρίζεσαι μοιρογνωμόνιο, βαθύμετρο, ζυγαριά, αστρολάβο. Μετά ο δείκτης που σε δείχνει, μετά φιαλίδια, το πλέγμα, το κηρύκειο, το κούριο μειδίαμα. Μετά η αμυγδαλή, ο ιππόκαμπος, τα ημισφαίρια, ο μετωπιαίος λοβός. Μετά κατέχεις, εξηγείς, προβλέπεις, δημοπρατείς, τριχοτομείς. Μετά και το τροκάνι.
Αν η μάνα
σου σε φωνάξει μαμά μέσα στη νύχτα,
πρέπει να
πιάσεις τη λεκάνη τη κόκκινη και να βάλεις να πλύνεις
να
στρώσεις να χωνέψουν δυο λογιών στάχτες
μέχρι να
φανεί από τη βεράντα η όχθη του Νείλου
να της τάξεις
κέρασμα ένα κροκ μαντάμ στου Ζώναρς
και μια
κρύα σοκολάτα στο Μπραζίλιαν
Ό,τι θυμώσαμε,
θυμώσαμε
Τώρα πρέπει
να ψάξεις τα συρτάρια μες στα σκοτεινά
να βρεις
τη ζώνη που σφίγγει στη μέση τη ποδιά της
Έχει
σχολείο αύριο
Μαρ. Μαρκοπούλου
Ζωγραφιά: Claude Monet - Blue Water Lilies
Μαρ. Μαρκοπούλου
Τ’ άφησα
σαν ταινία
που παρακολουθώ για πού το πάει
σαν σχεδία
που αργοκυλάει στο ποτάμι
σαν σποράκι
π’ άμα φυτρώσει φύτρωσε
Εξασκήθηκα
μονάχα στη διακριτική επιφυλακή
με το ένστικτο
των αιλουροειδών
κι άφησα
και τ’ αμπέλι
ξέφραγο
και το
κουμπί ξεκούμπωτο
Όχι ότι δεν φοβόμουνα το μακελειό
Μα πιο
πολύ φοβόμουν μη και χρειαστεί να απολογηθώ για την εύνοια
Κι αυτό το
χρέος ήθελα να το ’χω όλο ξοφλήσει.
Μπορεί και να διασταυρωθήκαμε μεσοτοιχία στο
αεροδρόμιο, τότε που μοιραζόταν την ίδια πίστα ανατολικό με δυτικό∙ τόσα
ξεπροβοδίσματα και τόσα σμιξίματα, είχε ποτίσει ο αέρας μια κάπνα κίτρινη, με
έπαιρνε από την στροφή το χτυποκάρδι∙ φαντάσου πόσο δίπλωσε τούτο το ρολό που
χώρεσε τρακόσια έτη φωτός και εξηνταπέντε σκότους, χώρεσε όστρακα και φρούτα
ώριμα και σέπια φρεσκοτυπωμένη∙ μια οκτάβα πιο ψηλά και σε πετάει έξω ο δρόμος.
Ίσως να ήταν και πιο πριν, πριν πάρουν φωτιά οι πόρτες μαζί με τις κάσες τους, πριν χυθεί το σίδερο που σφυριά-σφυριά έγινε αναρριχητικό στη καγκελόπορτα∙ κι ας λέει αυτός για το υπόγειο μπουντρούμι, απ’ τη ταράτσα του φαίνεται όλος ο ελαιώνας, κι ακόμα ο κυματισμός, οι αναταράξεις και οι στρόβιλοι, χτυπάς με το ραβδί το χώμα και αντηχεί κλαγγή, πετάρισμα φτερών∙ λένε πως εκεί πάνω στήθηκε πρώτη φορά χορός αντικρυστός, όμοιος με βαλς των γερανών.
Τον έχω πετύχει σίγουρα και πιο πριν, στο ακριανό τραπέζι του καφέ Λα Γκαρ, κι απέξω γυναίκες με τις κάπες στους ώμους, μόλις να αχνοφαίνεται η φιγούρα τους στο τζάμι, πανίσχυρες και ανεπαρκείς σαν ηρωίδες του Τσέχωφ∙ κι απέξω άντρες με τραγιάσκες παίζουν ζάρια γύρω από το βαρέλι και φτύνουν τη γη. Και εκεί τον έχω συναντήσει. Στον μέλανα δρυμό. Με τσεκούρι στα χέρια. Όπως κόβονται τα ήπατα.
Το λέω, γιατί χρειάστηκε το πρώτο βλέμμα για να τον αναγνωρίσω. Στο ένα πεζοδρόμιο αυτός και στο άλλο απέναντι εγώ, να κοιταζόμαστε σαν πίνακας ακίνητοι. Περνούσαν αμέριμνα τριαξονικά και λεωφορεία της γραμμής, μικροί μουσκεμένοι ερωδιοί, ριπές αέρα∙ νομίζεις ότι έχεις καραμέλα στο στόμα, μια γεναριάτικη λιακάδα στη θάλασσα. Είπα θα μείνει εκεί∙ μα διέσχισε.
Ξέρω ότι μπήκε νύχτα με φεγγάρι, σακίδιο στον ώμο, ψευτοκούτσαινε από το αριστερό, να με ρωτήσει για το δρόμο ή ίσως τον ρώτησα εγώ, δεν είμαι σίγουρη∙ μπερδεύονται οι αντίλαλοι μες στο λαβύρινθο. Γιατί έτσι είναι χτισμένα τα τείχη σε αυτή την πόλη, σα χοχλιός, να χάνεται ο ξένος∙ κι εγώ δεν ήξερα, παρά αυτό που λέγανε οι παλιοί, κι οι παλιοί ρωτήσανε τους πιο παλιούς: να ακολουθάς τα νερά τα βρόχινα, ανάντη τη μια, κατάντη την άλλη∙ το τρίξιμο της κλειδαριάς μόνο άκουσα∙ όσο κάνει να ψηθεί στο καμινέτο ο καφές, τόσο ήθελε από τη σκουριά να βγει μελάνι, μακρινός καλπασμός που όλο πλησιάζει. Όσα δεν ειπώθηκαν, εκείνα τα πίστεψα πιο πολύ.
Βαθιά αυγή φλεγόντουσαν του βοδιού τα κέρατα∙ βγήκαν στο δρόμο οι μουσικοί, αργή πομπή, πόρτες ανοίγανε∙ ώσπου να φτάσουνε στο τρίστρατο, γύρισε πάλι η μέρα. Κι έγινα ον μικρό, που δεν ορίζει ούτε ορίζεται, παραδουνάβια πόλη αρχές φθινοπώρου∙ ήμουν εκεί, και καρφί και πέταλο∙ να μου παίξει στ’ αυτί μια θλιμμένη λα ώσπου να στάξει η πέτρα. Και τι να πρωτοθυμηθώ; Σε κάθε επιστροφή καινούργιους άθλους και ακροβατικά να μου ζητά. Και τι να πω στην μάνα του; Ένα χωράφι το στήθος μου, οπλές και σπαρτά∙ εγώ μια τέχνη έμαθα: να λύνω κόμπους, να ακολουθώ το νήμα, ό,τι είπα είναι ό,τι είδα. Και πήγαινα πάνω από τη γέφυρα όλο δυτικά κι αυτά σκεφτόμουν, με τον ήλιο να με στραβώνει το κόκκινο, κι εκεί παράβλαψα εκείνο που λέγανε οι παλιοί: Λύκο είδες; Σ’ είδε πρώτος.
Μαρ. Μαρκοπούλου
Μαρ. Μαρκοπούλου